Το Κρητικό Ελαιόλαδο

Ιστορία και πολιτισμός (1)

Η ελιά ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με την περιοχή της Μεσογείου. Σύμφωνα με αρχαιολογικές και ιστορικές μελέτες, το ελαιόδεντρο ανήκει στην ενδημική χλωρίδα των Μεσογειακών χωρών και οι ερευνητές επιβεβαιώνουν την ύπαρξή του στην περιοχή για τα τελευταία 5000 χρόνια τουλάχιστον (Braudel:1985, Ψιλλάκης – Καστανάς: 2003).

Όπως λογικά μπορεί να υποθέσει κανείς, τα πρώτα δέντρα ελιάς δεν ήταν μέρος της ήμερης χλωρίδας της περιοχής. Επρόκειτο για άγρια δέντρα, γνωστά σήμερα με το όνομα αγριελιές και μπορούν ακόμη να εντοπιστούν σε περιοχές της Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της Κρήτης (Ψιλάκης-Καστανάς:2003). 

Η Κρήτη πιθανολογείται ως το πρώτο μέρος της μεσογειακής λεκάνης, στο οποίο ξεκίνησε η εξημέρωση του δέντρου (Faure:1973).  

Η καλλιέργεια του ιερού δέντρου της ελιάς στην Κρήτη χρονολογείται όπως είναι σήμερα γνωστό, τουλάχιστον από την εποχή του λίθου.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι ο πρώτος σημαντικός πολιτισμός του νησιού, ο Μινωικός, όχι μόνο βάσιζε την οικονομία του στην αγροτική παραγωγή, αλλά είχε και διευρυμένες εμπορικές σχέσεις με άλλες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, ανταλλάσσοντας αγροτικά προϊόντα (Treuil-Darcque-Poursat-Touchais:1989). Ένα από τα σημαντικότερα προϊόντα που παράγονταν ήταν το ελαιόλαδο. (Σακελλαράκης:1988).

Παρόλ’ αυτά, οι ελιές και το ελαιόλαδο δεν αποτελούσαν μόνο έναν τρόπο επιβίωσης και οικονομικής συναλλαγής για τους Κρήτες. Χρησιμοποιούνταν σε πολλές πολιτισμικές δραστηριότητες και εκφάνσεις, πέραν της διατροφής, τονίζοντας έτσι τη σημασία του φυτού και των προϊόντων του στην καθημερινή ζωή και τον πολιτισμό του νησιού. Παράλληλα, το λάδι αναφέρεται ως καλλυντικό προϊόν, καθώς και ως μέσο για την λατρεία των θεών (Ψιλάκης-Καστανάς:2003).

Από την Κλασική Περίοδο και εξής, λόγω του συμβολισμού της ελιάς, τα στεφάνια βράβευσης των νικητών των Ολυμπιακών Αγώνων δημιουργούνταν από τα κλαδιά του δέντρου. (Alfoldy:1984). Ακόμα και σήμερα, με ειδική «ολυμπιακή τελετή», αποκόπτωνται  κλάδοι από τα μνημειακά ελαιοδενδρα της Κρήτης για την δημιουργία στεφάνων που θα απονεμηθούν ως έπαθλο σε νικητές των Ολυμπιακών αγώνων (Κότινος)

Στους ολυμπιακούς αγώνες ο κότινος καθιερώθηκε ως έπαθλο για τους νικητές από τον Ίφιτο τον βασιλιά της Ηλείας ύστερα από χρησμό που του δόθηκε από το μαντείο των Δελφών για να ενθαρρύνει τους αθλητές να συμμετέχουν. Πρώτη φορά δόθηκε, σύμφωνα με τον Παυσανία το 752 π.Χ. κατά την έκτη ολυμπιακή διοργάνωση και αντικατέστησε τον καρπό της μηλιάς που δινόταν ως τότε ενώ σύμφωνα με τη μυθολογία εισήχθη ως έπαθλο για τον νικητή του δρόμου (το αρχαιότερο αγώνισμα) από τον Ηρακλή, προς τιμήν του πατέρα του Δία.. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ιδαίος Ηρακλής ήταν αυτός που έφερε την ελιά από την πατρίδα του την Κρήτη ή από τον βορρά και τη φύτεψε στην Ολυμπία. Μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό του πήγε μια μέρα στην Ολυμπία για να τρέξουν και λέγεται ότι αυτοί υπήρξαν οι πρώτοι αγώνες δρόμου, ενώ ο Ηρακλής ήταν αυτός που στεφάνωσε πρώτος με κλαδί ελιάς τον νικητή. Το στεφάνι ελιάς είχε συμβολική σημασία, καθώς θεωρούσαν πως έφερνε τύχη και θεϊκή προστασία στον στεφανωμένο αθλητή. Ο Φλέγων ο Τραλλιανός αναφέρει ότι στους πρώτους πέντε Ολυμπιακούς Αγώνες, δεν βράβευαν με στεφάνι τους νικητές. Αργότερα, αφού συμβουλεύτηκαν το μαντείο των Δελφών, πήραν απάντηση ότι το στεφάνι του νικητή θα πρέπει να είναι φτιαγμένο από κλαδιά αγριελιάς (4)

Στην κλασσική περίοδο μπορεί να τοποθετηθεί και η επέκταση της διακίνησης των προϊόντων της ελιάς σε περιοχές εκτός της μεσογειακής λεκάνης. Επιπλέον, ο αυξανόμενος αστικός πληθυσμός της περιόδου προκάλεσε την ανάγκη περισσότερων εισαγωγών, προκειμένου να αποτραπεί η πιθανότητα έλλειψης ελαιολάδου για τους κατοίκους των ρωμαϊκών πόλεων και της ίδιας της πρωτεύουσας, της Ρώμης.  

Κατά τη διάρκεια των αιώνων η Κρήτη παρέμενε ελαιοπαραγωγική περιοχή. Στην Ύστερη Ενετική Περίοδο – γύρω στον 17ο αιώνα – η εξαγωγή ελαιολάδου από το νησί έγινε συστηματικότερη, λόγω της οργάνωσης του εμπορίου από το Ενετικό κράτος. Το ελαιόλαδο και το κρασί αποτελούσαν τα κύρια προϊόντα εξαγωγής της μεγαλονήσου (Δετοράκης:1990). Κατά τον 19ο αιώνα συστηματοποιήθηκε μία ακόμη χρήση των προϊόντων της ελιάς, η σαπωνοποιΐα. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει εν πολλοίς, ότι η επικράτηση της ελιάς στις καλλιέργειες της Κρήτης έχει την απαρχή της σε εκείνη την εποχή. Η αποκλειστική χρήση ελαιολάδου από τους Κρήτες, σε συνδυασμό με μία αυξανόμενη οικονομία βασισμένη στην επεξεργασία και εξαγωγή του προϊόντος οδήγησε σε μία καλπάζουσα αύξηση του αριθμού των ελαιώνων στο νησί (Ψιλάκης-Καστανάς:2003, Δετοράκης:1990). Ήταν τότε που οι Κρήτες κλήθηκαν να συστηματοποιήσουν αυτό που ασκούσαν κατά τις τελευταίες πέντε χιλιετίες: την καλλιέργεια της ελιάς και την παραγωγή του ελαιόλαδου.

Μνημειακά ελαιόδεντρα στην Κρήτη (2)

Η κυρίαρχη παρουσία της ελαιοκαλλιέργειας στην Κρήτη αποδεικνύεται όχι μόνο από τα άφθονα αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά κι από τα ίδια τα χιλιόχρονα δέντρα που υπάρχουν σε πολλά μέρη του νησιού. Πρόκειται για δέντρα-μνημεία, που πάνω στους κορμούς τους έχει χαραχθεί κατά τρόπο ανάγλυφο όλη η πολύπαθη ιστορία τους στο διάβα του χρόνου. Δέντρα που η όλη μορφή και εμφάνισή τους υποδηλώνει μια απροσδιόριστης διάρκειας μακρόχρονη ζωή, η οποία πρέπει να προσμετράται σε αρκετές χιλιετηρίδες.

Τα σημαντικότερα μνημειακά ελαιόδεντρα που έχουν καταγραφεί στην Κρήτη είναι:

  • Μνημειακή ελιά Βουβών (Τσουνάτη/Μαστοειδής, Χανιά)
  • Μνημειακή ελιά Καβουσίου (Τσουνάτη/Μαστοειδής, Λασήθι)
  • Μνημειακή ελιά Αγίου Γεωργίου (Τσουνάτη/Μαστοειδής, Ανισαράκι – Χανιά)
  • Μνημειακή ελιά Γράμπελας (Τσουνάτη/Μαστοειδής, Ανισαράκι – Χανιά)
  • Μνημειακή ελιά Π. Ρουμάτων (Τσουνάτη/Μαστοειδής, Χανιά)
  • Μνημειακή ελιά Σαμωνά (Τσουνάτη/Μαστοειδής, Χανιά)
  • Μνημειακή ελιά Γόρτυνας (Χοντρολιά/Θρουμπολιά, Ηράκλειο)
  • Μνημειακή ελιά Παλιάρα (Χοντρολιά/Θρουμπολιά, Ζαρός – Ηράκλειο)
  • Μνημειακή ελιά Γρε Ελέ (Χοντρολιά/Θρουμπολιά, Μαργαρίτες – Ρέθυμνο)
  • Μνημειακή ελιά Πανασσού (Χοντρολιά/Θρουμπολιά, Ρούβας – Ηράκλειο)
  • Μνημειακή ελιά Γέννας (Χοντρολιά/Θρουμπολιά, Καρδαμιανά – Ρέθυμνο)
  • Μνημειακή ελιά Μαθαίνας (Τσουνάτη/Μαστοειδής, Λάστρος – Λασήθι)
  • Μνημειακή ελιά  Φουρκολιά (Σητεία – Λασήθι)

Πιστοποιημένα ελαιόλαδα ονομασίας προέλευσης και γεωγραφικής ένδειξης ΠΟΠ & ΠΓΕ (6)

Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ)

Ως «ονομασία προέλευσης» νοείται η ονομασία που τακτοποιεί ένα προϊόν:
α) το οποίο κατάγεται από συγκεκριμένο τόπο, περιοχή ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χώρα 
β) του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον που συμπεριλαμβάνει τους εγγενείς φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες
γ) του οποίου όλα τα στάδια της παραγωγής εκτελούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής

Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ)

Ως «γεωγραφική ένδειξη» νοείται η ονομασία που ταυτοποιεί ένα προϊόν:
α) το οποίο κατάγεται από συγκεκριμένο τόπο, περιοχή ή χώρα
β) του οποίου ένα συγκεκριμένο ποιοτικό χαρακτηριστικό, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό μπορεί να αποδοθεί κυρίως στη γεωγραφική του προέλευση
γ) του οποίου ένα τουλάχιστον από τα στάδια της παραγωγής εκτελείται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής.
Εξαιρετικά Παρθένα Ελαιόλαδα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) στην Περιφέρεια Κρήτης

  • Βιάννος Ηρακλείου Κρήτης (ΠΟΠ)
  • Πεζά Ηρακλείου Κρήτης (ΠΟΠ)
  • Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης (ΠΟΠ)
  • Θραψανό (ΠΟΠ) Mεσσαρά (ΠΟΠ)
  • Βόρειος Μυλοπόταμος Ρεθύμνης Κρήτης (ΠΟΠ)
  • Χανιά Κρήτης (ΠΓΕ)
  • Κολυμβάρι Χανίων Κρήτης (ΠΟΠ)
  • Αποκόρωνας Χανίων Κρήτης (ΠΟΠ)
  • Σέλινο Κρήτης (ΠΟΠ)
  • Σητεία Λασιθίου Κρήτης (ΠΟΠ)
  • Κριτσά (ΠΓΕ)

Το Κρητικό Ελαιόλαδο σήμερα (13)

Η ελαιοκομία είναι διαχρονικά δεμένη με το παρελθόν της Κρήτης και φαίνεται να υπάρχει σαν απασχόληση σ’ αυτή πάνω από 8000 χρόνια. Συνδέεται με την ιστορία, την παράδοση, τη θρησκεία, την τέχνη αλλά και την κοινωνική και οικονομική ζωή των κατοίκων του νησιού, από τότε που ο πολιτισμός τους αφήνει τα ίχνη του στο νησί. Σήμερα οι ελαιώνες αποτελούν το στοιχείο που κυριαρχεί στο φυσικό περιβάλλον του νησιού καλύπτοντας το 65% της γεωργικής γης και απασχολούν το σύνολο σχεδόν των αγροτικών οικογενειών του. Η ελαιοκομία μαζί με τον τουρισμό, αποτελούν στην Κρήτη τους δύο βασικότερους πλουτοπαραγωγικούς πόρους. Η ελαιοκομία προσφέρει ένα αξιοσημείωτο εισόδημα στο νησί και αποτελεί ενδιαφέρουσα και αγαπητή απασχόληση για μεγάλο ποσοστό των κατοίκων του.

Στην Κρήτη καλλιεργούνται 30 περίπου εκ. ελαιόδεντρα και.

Στην Κρήτη (5) σήμερα υπάρχει ένας πληθυσμός από 35,5 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, τα οποία καλλιεργούνται με πολύ αγάπη και φροντίδα από 95.000 περίπου αγροτικές οικογένειες και παράγουν 70-110 χιλιάδες τόνοι ελαιόλαδου, περίπου το 30% της ελληνικής παραγωγής. Μεγάλο ποσοστό του κρητικού ελαιόλαδου, πάνω από 90%,  κατατάσσεται στην κατηγορία του Εξαιρετικού Παρθένου, γεγονός που αποδεικνύει την υψηλή του ποιότητα και διατροφική, βιολογική του αξία.

Καλλιεργούνται τρείς ποικιλίες ελιάς. Η Κορονέικη που αποτελεί και το μεγαλύτερο ποσοστό των ελαιώνων,  η Τσουνάτη ή Μαστοειδής και η Χοντρολιά ή Θρουμπολιά
Στην Κρήτη (15) , περίπου το ¼ της συνολικής έκτασης καλύπτεται από ελαιόδεντρα, τα οποία αποτελούν το 65% της γεωργικής γης του νησιού.

Το μοντέλο καλλιέργειας χαρακτηρίζεται ως «παραδοσιακό» ενώ η μηχανοποιημένη καλλιέργεια είναι σε χαμηλό ποσοστό λόγω της ιδιομορφίας και του ανάγλυφου του εδάφους του εδάφους

Η ποιότητα του Κρητικού Ελαιόλαδου είναι γνωστή σ’ όλο τον κόσμο.

Γιατί δεν είναι βιομηχανικό αλλά φυσικό προϊόν που βγαίνει από μια απλή σύνθλιψη της ελιάς, χωρίς εκχυλίσματα και βελτιωτικά πρόσθετα. Είναι ένα προϊόν που καλλιεργείται με φροντίδα και μεράκι και συσκευάζεται αγνό και φυσικό από επιχειρήσεις που δείχνουν το σεβασμό τους τόσο στο προϊόν όσο και στον ίδιο τον καταναλωτή.

Δοκιμάστε αντί για βούτυρο στο πρωινό σας… ψωμί ή παξιμάδι ολικής αλέσεως βουτηγμένο σε κρητικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Αν θέλετε μπορείτε να το αρωματίσετε βάζοντας μέσα στο μπουκάλι το βότανο ή τους συνδυασμούς βοτάνων που σας αρέσουν. Είναι το καλύτερο, το πιο υγιεινό, το πιο γευστικό πρωινό.

Κρητική Διατροφή (ιστορία και μελέτες) Μνημειακά ελαιόδεντρα στην Κρήτη (10)
«Μην ψάχνετε για το χάπι που υποκαθιστά την κρητική διατροφή. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο». Καθ. Serge Renaud, 1998

Όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 (5), ήρθαν στην Κρήτη Αμερικανοί διαιτολόγοι για να εξετάσουν το φαινόμενο της μακροζωίας των Κρητικών, δεν πίστευαν στα μάτια τους! “Πόσο λάδι τρώνε, θεέ μου”, αναφώνησε ο διεθνούς φήμης γιατρός και πρωτοπόρος σε θέματα διατροφής Ancel Keys, καθώς έβλεπε την πράσινη σαλάτα να με πάρα πολύ ελαιόλαδο. Στην ουσία ο Keys επανέλαβε εκείνο που είχαν προσέξει κατά τους προηγούμενους αιώνες όλοι σχεδόν οι περιηγητές που έδειξαν ενδιαφέρον για την καθημερινή ζωή των Κρητικών. Σήμερα πιστεύεται πως το ελαιόλαδο είναι το πιο μεγάλο μυστικό της Κρητικής Διατροφής και της Κρητικής Μακροζωίας. Ιατρικές έρευνες που έγιναν και συνεχίζουν να γίνονται στην Ευρώπη και στην Αμερική αποκαλύπτουν πως το ελαιόλαδο όχι μόνον προστατεύει την καρδιά αλλά και βοηθά στην καλή λειτουργία πολλών οργάνων και δρα ευεργετικά σε μια μακρά σειρά ασθενειών

Στις μέρες μας αναγνωρίζεται από πολλούς επιστήμονες, ερευνητές αλλά και ενημερωμένους πολίτες, ότι η παραδοσιακή δίαιτα των Κρητών συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα που την καθιστούν σαν την υγιεινότερη διατροφή.

Πως όμως προέκυψε το συμπέρασμα αυτό και πως εξελίχθηκε ιστορικά η Κρητική Διατροφή; Ο αρχαίοι Κρήτες όπως τεκμηριώνεται από πολλές πηγές, από την Μινωική περίοδο χρησιμοποιούσαν το λάδι για φωτισμό, για καλλωπισμό, αλλά και για την διατροφή τους.

Στα νεότερα χρόνια οι Κρήτες χρησιμοποιούν το ελαιόλαδο σε πάρα πολλές περιπτώσεις σαν παραδοσιακό θεραπευτικό μέσο, σε συνταγές της λαϊκής ιατρικής αλλά και σαν βασικό στοιχείο διατροφής τους. Η κατά κεφαλή κατανάλωση ελαιόλαδου σήμερα στην Κρήτη υπερβαίνει τα 25 Kg ετησίως και είναι η υψηλότερη στον κόσμο.

Η μελέτη Rockfeller

H μεγάλη όμως σύνδεση του ελαιολάδου με την διατροφή και την υγεία των Κρητικών αποδείχτηκε κατά τον περασμένο αιώνα με τις διεθνείς μελέτες που έγιναν για το διατροφικό πρότυπο της «Κρητικής διατροφής», το οποίο όπως αποδείχθηκε αποτελεί το πιο υγιεινότερο στον κόσμο. Η μελέτη Rockfeller.

Το συμπέρασμα ότι η Κρητική διατροφή αποτελούσε μια ιδιαίτερη περίπτωση άρχισε να τεκμηριώνεται με την μελέτη για την οικονομική και κοινωνική ζωή στην Κρήτη που έγινε από το Αμερικανικό ίδρυμα Rockfeller (1948). Στην μελέτη αυτή μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Οι ελιές και το λάδι αποτελούν σημαντικό μέρος της διατροφής στην Κρήτη. Κάθε ξένος έχει την εντύπωση ότι τα Κρητικά φαγητά πλέουν στο λάδι. Το προϊόν αυτό χρησιμοποιείται σε αφθονία στο μαγείρεμα αλλά αποτελεί σημαντικό μέρος στις σαλάτες, τις σούπες και τα λαχανικά. Η ποσότητα λαδιού που καταναλώνουν οι Κρητικοί είναι, χωρίς αμφιβολία, πολύ μεγαλύτερη από άλλες περιοχές της Ελλάδας

Η μελέτη των επτά χωρών

Στην συνεχεία ακολούθησε η πολύ σημαντική και τεκμηριωμένη τεράστια επιδημιολογική «μελέτη των 7 χωρών», που οργανώθηκε από τον διάσημο Καρδιολόγο από τη Μινεσότα, Καθηγητή Ancel Keys στις δεκαετίες του 1950 και 1960 σε 7 χώρες, στις οποίες μελετήθηκαν 11.500 άτομα.

Οι χώρες που μελετήθηκαν ήταν: η Ελλάδα (Κρήτη και Κέρκυρα), η Γιουγκοσλαβία (Δαλματικές ακτές), η Ιταλία, η Ολλανδία, η Φιλανδία, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία. Η έρευνα εξέτασε τη σχέση των διατροφικών συνηθειών των περιοχών αυτών με ασθένειες όπως ο καρκίνος και οι καρδιόπαθειες.

Ανάλυση των αποτελεσμάτων της μελέτης εξέπληξε την διεθνή επιστημονική κοινότητα. Απέδειξε ότι η Κρήτη της οποίας οι κάτοικοι διατρέφονταν με άφθονο ελαιόλαδο είχαν το καλύτερο επίπεδο υγείας. Οι ασθένειες από καρκίνους ήταν πολύ σπάνιες και η συχνότητα των καρδιοπαθειών, η μάστιγα των Βορείων χωρών, στην Κρήτη ήταν πολύ ασήμαντη και πολύ χαμηλότερη σε σχέση με όλες τις περιοχές που μελετήθηκαν (Σχ.1) .

Ο Keys έμεινε έκπληκτος και απέδωσε το φαινόμενο στην διατροφή των Κρητικών με άφθονο ελαιόλαδο. Το φαινόμενο αυτό αρχικά ονομάστηκε «Κρητικό παράδοξο» και οδήγησε στην περαιτέρω μελέτη της «Κρητικής δίαιτας» ή «Κρητικής διατροφής».
Η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας των 7 χωρών, με τις απίστευτες διαφορές στην υγεία και την μακροζωία των Κρητών, έκανε κάποιους να αμφιβάλλουν και να αναρωτηθούν μήπως άλλα αίτια, γενετικά, κλιματολογικά ή ψυχολογικά (έλλειψη

Η έρευνα “Lyon Heart” του Renault

Ο προβληματισμός αυτός οδήγησε τον διάσημο Γάλλο Καθηγητή Serge Renault (1988), να αποφασίσει μια νέα έρευνα την «Lyon heart» για να διαπιστώσει το πόσο αυτοί οι παράγοντες επηρέαζαν το αποτέλεσμα της διατροφής.

Η έρευνα αυτή που διήρκεσε 5 χρόνια περιέλαβε 605 ασθενείς, (που είχαν ήδη υποστεί ένα καρδιακό επεισόδιο και κινδύνευαν για δεύτερο) και έγινε στη Λυόν σε 2 ισάριθμες ομάδες. Στην πρώτη ομάδα χορηγούσε ένα διαιτολόγιο σύμφωνο με τα προτεινόμενα από τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας και στη δεύτερη ομάδα έδινε την αναλογία των τροφών που χρησιμοποιούν οι Κρητικοί. Τα αποτελέσματα ήταν τόσο εκπληκτικά, ώστε στο τέλος του πρώτου έτους σταμάτησε, λέγοντας ότι «θα ήταν εγκληματικό» αν συνέχιζε, αφού διαπίστωσε ότι η δεύτερη ομάδα που ακολουθούσε το Κρητικό διατροφικό πρότυπο, πέτυχε σε σχέση με την πρώτη πολύ καλύτερα αποτελέσματα.

Μεσογειακή ή Κρητική Διατροφή;(11)

Είναι αλήθεια ότι και οι δύο όροι αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα για τις οικονομίες των μεσογειακών χωρών, καθώς χρησιμοποιούνται για την προώθηση τοπικών προϊόντων και υπηρεσιών όπως είναι ο τουρισμός. Η προέλευσή τους είναι κατά βάσιν ιατρική, αφού άρχισαν να καθιερώνονται μετά τη δημοσίευση μεγάλων διεθνών ερευνών οι οποίες απέδειξαν σε γενικές γραμμές ότι τα καρδιακά νοσήματα και οι νεοπλασίες ήταν εμφανώς λιγότερα σε μεσογειακές περιοχές σε σύγκριση με τις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά και, γενικά, τις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ωστόσο, η περίφημη «Μελέτη των Επτά Χωρών» που σχεδιάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 από τον Αμερικανό Άνζελ Κις έδειξε ότι και μεταξύ των μεσογειακών περιοχών παρατηρούνται πολύ μεγάλες αποκλίσεις και ότι η Κρήτη αποτελούσε ένα λαμπρό παράδειγμα, αφού τα καρδιαγγειακά νοσήματα στο νησί ήταν ελάχιστα και οι θάνατοι από νεοπλασίες (καρκίνους) λιγότεροι από κάθε άλλη περιοχή του κόσμου, απ’ αυτές τουλάχιστον που είχαν μελετηθεί.

Ωστόσο, δεν τρέφονταν όλοι οι μεσογειακοί λαοί με τον ίδιο τρόπο. Οι μεγάλες διαφορές δεν ήταν μόνο διατροφικές, αλλά και πολιτισμικές.

Η Κρητική διατροφή (12) διακρίνεται από την καθολική χρήση ελαιολάδου και μάλιστα παρθένου σε μεγάλη ποσότητα, που ξεπερνά τα 25 κιλά κατ’ άτομο το χρόνο, ενώ στις άλλες Μεσογειακές χώρες κυμαίνεται από 0,5 – 11 κιλά και όχι αποκλειστικά παρθένου.
 Επομένως η Μεσογειακή διατροφή σε ότι αφορά το περιεχόμενο της αποτελεί ένα εμπορικό και επιστημονικό κατασκεύασμα που θα μπορούσε να ονομάζεται απλά υγιεινή διατροφή ενώ σε ότι αφορά τον γεωγραφικό προσδιορισμό της αποτελεί μια έκφραση ατεκμηρίωτη. Στην εποχή μας, που οι άνθρωποι ταξιδεύουν, ξέρουν πολύ καλά ότι οι λαοί της Μεσογείου έχουν τελείως διαφορετική διατροφή. Οι τυπικές διατροφικές συνήθειες στις Μεσογειακές χώρες έχουν σημαντικές διαφορές. Ενδεχομένως να παρουσιάζουν κοινά στοιχεία από περιοχή σε περιοχή, αλλά συνολικά οι διαφορές είναι μεγάλες έως και αντίθετες.

Τελείως διαφορετική είναι η παραδοσιακή διατροφή των Ελλήνων από αυτή των Αράβων, των Τούρκων, των Ισπανών, των Γάλλων, των Σέρβων, των Ιταλών των Αλγερινών κ.ο.κ. Διαφορετική είναι και η παραδοσιακή διατροφή μέσα στα ίδια τα κράτη. Έτσι, διαφορετική είναι η διατροφή στην Σικελία από τη Λομβαρδία, και στην Ανδαλουσία από την Καταλονία, όπως διαφορετική είναι και στην Κρήτη από ότι στη Μακεδονία κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα έχουμε πολλές και διαφορετικές διατροφές στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, που ορισμένες μεταξύ τους μπορεί να χουν ορισμένα κοινά σημεία αλλά τελικά διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους.

Διατροφική Αξία του κρητικού ελαιόλαδου (5)

Το ελαιόλαδο ήταν η βασική πηγή λίπους στη δίαιτα των Κρητικών. Περίπου το 40% των συνολικά προσλαμβανόμενων θερμίδων προέρχονταν από το  ελαιόλαδο. Το ελαιόλαδο περιέχει σε μεγάλο ποσοστό μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, κυρίως με τη μορφή του ελαϊκού οξέος, πολύ λίγα κορεσμένα λιπαρά, βιταμίνη Ε, καθώς και άλλα αντιοξειδωτικά συστατικά. Για όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του είναι προτιμότερο από τα ζωικά λιπαρά, αλλά ακόμη και από άλλα φυτικά έλαια. Πολλές μελέτες έχουν δείξει τις ευεργετικές δράσεις του ελαίου αυτού στα καρδιαγγειακά νοσήματα, καθώς βοηθά στη ρύθμιση των επιπέδων της χοληστερόλης στο αίμα, δρα προστατευτικά στη δημιουργία της αθηρωματικής πλάκας στα αγγεία και έχει αντιθρομβωτικές δράσεις (Kushi et al. 1995). Πέρα από τα καρδιαγγειακά νοσήματα, το ελαιόλαδο φαίνεται ότι συμβάλλει στην πρόληψη ορισμένων μορφών καρκίνου, ενώ ασκεί και αντιφλεγμονώδεις δράσεις (Kushi et al. 1995).

Το ελαιόλαδο (14) , σε αντίθεση με τα σπορέλαια, είναι πλούσιο σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα που είναι ανθεκτικά στην οξείδωση και ελαττώνουν την LDL χοληστερόλη χωρίς να επηρεάζουν την HDL χοληστερόλη η οποία προστατεύει από την αθηρoσκλήρωση.Το ελαιόλαδο περιέχει επιπλέον μεγάλη ποσότητα αντιοξειδωτικών ουσιών, όπως τοκοφερόλες και υδροξυφαινόλες που προφυλάσσουν τόσο από την αθηροσκλήρωση όσο και (από τις διάφορες μορφές καρκίνου με τη δέσμευση των ελεύθερων τοξικών ριζών. Ενδιαφέρον είναι ότι η σύνθεση του ελαιολάδου σε λιπαρά οξέα είναι παρόμοια με εκείνη του λίπους του μητρικού γάλακτος.

top